Για σένα χόρευαν τα πουλιά, πατέρα...

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Για σένα...

Τι σημασία έχουν τα λόγια;
Κάπου αλλού είναι σκόρπια...
Τρία χρόνια μετά, ο γιος σου, κι όμως, τόσο "συμπτωματικά", θέλησε να με πάει στα Χάνια και στα χιόνια!
Σούρουπο ήταν πάλι, ζήτησα "Στάση" μόνο στην Πορταριά και στην Μακρυνίτσα.
Δεν ήμουνα τόσο ζεστά ντυμένη, για παραπάνω κρύο...
Άλλη φορά στα Χάνια και στο χωριό μου!
Μέρα, αυτή τη φορά!




Απόσμασμα απ' το: "Για σένα χόρευαν τα πουλιά, πατέρα..." σελ. 95-96
Εκδόσεις ΗΡΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ - ΒΟΛΟΣ



«Τι θα κάνεις σήμερα;» τη ρώτησε ο Δημήτρης.
«Τίποτα. Θα πάω στον πατέρα σου, όπως κάθε μέρα. Γιατί; Πού πήγαινα άλλες μέρες, του απάντησε η δικιά μου.
«Απλά, σε ρωτάω», επέμενε εκείνος, λες και κάποιος του μαρτύρησε πως σήμερα θα πήγαινε στα μπουζούκια!
«Γιατί;»
«Λογάριαζα να σε ανεβάσω στα Χάνια, πριν πας στον πατέρα μου».
«Στα Χάνια;», επανέλαβε η δικιά μου με ένα μακρόσυρτο ερωτηματικό στον τόνο της. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της!
Σιγά, κυρά μου! Στα Χάνια είπε θα σε πάει ο άνθρωπος! ΄Οχι στο φεγγάρι! Κοντά είναι!
«Ναι!», επανέλαβε με καμάρι ο δικός μου!
«Μα, δε θα προλάβουμε!», επέμενε η δικιά μου. Αχ, δικιά μου, είσαι και δύσκολη. Μάθε να πιάνεις τις χαρές! Δεν έρχονται κάθε μέρα, οι άτιμες!
«Θα προλάβουμε», τη διαβεβαίωσε εκείνος.
Πρόλαβαν πράγματι. Την κακή εξέλιξη της υγείας του παππού δεν πρόλαβαν, αλλά κι εκεί να ήταν, ο παππούς είχε πάρει να ανεβαίνει τα αψήλου πια…
Μόλις σχόλασε ο άντρας της, ήρθε στο σπίτι και την πήρε, πέρασαν και τάισαν βιαστικά το σκυλί, τον Ουντέζε, δεν έφαγαν οι ίδιοι να μην καθυστερήσουν κι ανηφόρισαν προς το Πήλιο. Εκεί που είχε ήλιο, δηλαδή μέχρι την Πορταριά, δεν είχε χιόνι, οπότε η δικιά μου δεν τράβηξε φωτογραφίες. Εκεί που είχε χιόνι δεν είχε ήλιο αλλά μια ομίχλη που δεν έβλεπες στα τρία μέτρα, απ’ ό,τι γράφει εδώ.
Νύχτωσε νωρίς. Ανέβηκαν και κατέβηκαν χωρίς να βγει καθόλου ο άντρας της απ’ το αυτοκίνητο. Εκείνη τράβηξε ελάχιστες φωτογραφίες. Δεν άξιζε τον κόπο. Μαύρο το χιόνι, σκοτάδια ατελείωτα, σίγουρα θα έβγαιναν σκοτεινές οι φωτογραφίες της. Στην επιστροφή σταμάτησαν στην Πορταριά σε ένα φούρνο κι η δικιά μου πήρε δυο μικρά ελιόψωμα κι ένα τυρόψωμο, γιατί είχαν λυσσάξει από την πείνα κι  ένα γιαουρτάκι για τον παππού. Τελευταία δεν τρώει όπως παλιά, σουβλάκια, μπιφτέκια, πίτες, γλυκά. Μόνο πολτοποιημένη τροφή είτε αυτή που του πηγαίνει η δικιά μου απ’ το σπίτι, είτε απ’ την Κλινική του Γηροκομείου κι αυτή του τη δίνουν με σύριγγα.
Ευτυχώς πρόλαβαν να τσιμπήσουν λίγο.
Έφτασαν στην Κλινική γρήγορα-γρήγορα. Το επισκεπτήριο άρχιζε στις 5:30 κι αυτοί έφτασαν στις 6 και 10. Δύσκολος δρόμος για Χάνια, ομίχλη, χιόνι από δω, χιόνι από κει, στενός ο δρόμος και να θες να τρέξεις, δεν μπορείς.
Χτύπησαν το κουδούνι, ν’ ανοίξουν την εξωτερική πόρτα οι νοσοκόμες. «Ποιος είναι;» ακούστηκε μια φωνή από μέσα.
«Παπ…», απ’ έξω.
Άνοιξαν χαρούμενοι την πόρτα. Μόλις μπήκαν, ακούστηκε μια φωνή:
«Ελάτε από τις σκάλες. Σας θέλω. Μόλις θα σας έπαιρνα τηλέφωνο».
Κόπηκαν τα πόδια τους. Ανέβαιναν δυο δυο τα σκαλιά στον πρώτο όροφο όπου βρίσκεται το γραφείο των νοσοκόμων, κοιτάζοντας τον ανήφορο να δουν τον άνθρωπο πίσω απ’ αυτή την ανησυχητική φωνή. Είχαν μεγάλη αγωνία ποιος τους φώναζε, τι είχε να τους ανακοινώσει.
«Το και το» τους είπε η κοπέλα, μια πολύ γλυκιά νοσοκόμα, όπως γράφει. «Το και το» έπαθαν κι αυτοί. Ε, μετά, γύρισε ο Δημήτρης με τα τυρόψωμα στο σπίτι, γιατί έπρεπε να κοιμηθεί, να ξαναπάει για δουλειά, το ελιόψωμο ευτυχώς το είχαν φάει στο αυτοκίνητο κι η δικιά μου με το ασθενοφόρο, τη νοσοκόμα και τον παππού πήγαν  στο Νοσοκομείο. 

παρακάτω:

«Ήσουν τόσο χαρούμενη χθες, που από μέσα μου σκεφτόμουν, να δεις που κάτι θα γίνει και θα μας τη χαλάσουνε…», μου έλεγε ο άντρας μου, ο γιόκας σου, παππού μου, την ώρα που με έφερνε απόψε στο Νοσοκομείο, κοντά σου. Είναι προληπτικός, βλέπεις, σαν εμένα.
-«Τώρα θα μου πεις, άμα δεν ταιριάζατε δε θα συμπεθεριάζατε. Σε πρόλαβα, Πέτρα!»
-«Συμφωνώ κα προσυπογράφω. Τάλε κουάλε είμαστε σ’ αυτά εμείς οι δυο, τα πιτσουνάκια».
Που λες, ξεχείλισε χθες η χαρά μου με το δώρο του να με πάει στα χιόνια. Ποια χιόνια; Νύχτα βρήκαμε, ομίχλες βαριές, μαύρα σκοτάδια κι άραχλα. Δύο στάσεις πεντάλεπτες κάναμε, εμένα μου βγήκε η γλώσσα να προλάβω, να τρέξω κανένα μέτρο παραπέρα, μπας και φωτογραφίσω –τάχα– διάφορα σημεία κι όχι τα ίδια και τα ίδια. ΄Ολα αυτά, για να τις ανεβάσω στο blog μου, να δει ο κόσμος τα χιόνια μας και τα Χάνια μας. Κυρίως! Γιατί χιόνια έχουν κι αλλού. Χάνια δεν έχουν όμως. Σ’ αυτά έχουμε την πλήρη κυριότητα και κατοχή τουλάχιστον!!!
-«Χάλια… δεν ξέρω! Αφού δε γνωρίζω, δεν απαντώ και ξεφεύγω το στρίμωγμα»
Ξύλιασαν τα χέρια μου.  Δεν τα όριζα απ’ την παγωνιά, βλέπεις δε φόρεσα τα γάντια, η ξεροκέφαλη, -πώς να χειριστείς τη φωτογραφική μηχανή με γάντια, καλέ; Κοροϊδευόμαστε τώρα; Πριν πάρουμε το δρόμο του γυρισμού, είπα να πιάσω λίγο χιόνι, να κάνω μια χιονόμπαλα για το καλό, να τη ρίξω πάνω στο αυτοκίνητο με δύναμη σαν παιδί που λαχταρά να παίξει, να χαρεί, να φαίνεται, κιόλας ότι είδαμε χιόνια, ότι το αυτοκίνητο γύρισε από τα χιονισμένα Χάνια. Τι παραπάνω έχουν δηλαδή οι άλλοι που χαίρονται το χιόνι στα μέρη τους, στο σπίτι τους, στην αυλή τους ή είχαν την άνεση να πάνε εκδρομή στα χιόνια κι εμείς δεν είχαμε;
Ας νιώσουμε βρε αδερφέ, είπα μέσα μου, κάτι παραπάνω απ’ αυτούς που θα δουν τις φωτογραφίες, γιατί περίπου ίδια θα νιώσουμε. Εκείνοι θα το απολαύσουν κιόλας, ενώ εγώ ξύλιασα, αγχώθηκα, έτρεξα, έκανα μιάμιση ώρα ταξίδι για να τα δω αυτά τα έρμα τα χιόνια μας!
Κάπου εκεί χαιρετώντας τα Χάνια και τα χιόνια, φυσικά, κοίταξα το δρόμο που τραβάει ντουγρού για το χωριό μου και μελαγχόλησα.
«Α, ρε χωριό μου! Δεν είναι καλά ο παππούς, αλλιώς θα ερχόμουνα!», σκέφτηκα. Πήγαν να με πάρουν τα δάκρυα, αλλά ο γιος σου δεν κατάλαβε τίποτα.
«Έλαμπα από χαρά», λέει!
Έλαμπα, άντρα μου. Έλαμπα! Σκέψου όμως να ήταν πιο νωρίς, να είχε ήλιο, να πηγαίναμε στο χωριό, να είχαμε περισσότερο χρόνο, να ήταν καλά ο παππούς, εκεί να δεις λάμψη! Ήλιος θα γινόμουνα, άντρα μου! Θα σ’ έκαιγα. Ας ήταν και νύχτα.
Χτύπησα τα παπούτσια καλά καλά πριν μπω στο αυτοκίνητο, γιατί ο γιος σου έχει ένα κόλλημα μ’ αυτό -εκτός από την έκτη αίσθηση- κι επειδή εγώ πάντα κοιτάζω τη θέα από ψηλά και γύρω μου αλλά ποτέ τι πατούν τα παπούτσια μου, μπήκα μέσα, τον φίλησα, τον ευχαρίστησα και φόρεσα τα γαντάκια μου τα κόκκινα αν και όψιμα.
Ναι, αυτά τα πλεχτά, τα παιδικά της Χαράς. Αυτά βρήκα μπροστά μου, αυτά πήρα. Τα κόκκινα, όχι τα μαύρα. Άκου μαύρα γάντια στο χιόνι! Πού ακούστηκε; Τα είχα δει κι αυτά, αλλά δεν τα ήθελα μαζί μου.
Ο γιος σου άρχισε να οδηγεί μες στην καλή χαρά. Τότε είδα ότι η μία και μοναδική χιονόμπαλα που είχα κάνει, απαλή -μη σκεφτείς πέτρα- είχε σκορπιστεί σε όλο το παρμπρίζ του αυτοκινήτου -απόρησα που δε με μάλωσε ή δεν έβαλε υαλοκαθαριστήρες ακόμα- και κατάντησε παχύρευστη βροχή. Σαν νερό…. Σαν παχύρευστα δάκρυα ….-άμα θέλουμε να το γυρίσουμε στο βαρύ.
Τώρα, όσο κι αν σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ, δεν έχω συγκρατήσει ούτε μια σκηνή που να δουλεύουν οι υαλοκαθαριστήρες. Μάλλον στέγνωσαν γρήγορα.
-«Τι να πω; Θα σε γελάσω».
Η ώρα περνούσε, ο ουρανός κατεβαίνοντας παρακάτω από την ομίχλη καμάρωνε με τα πανέμορφα σύννεφα στην επικράτειά του σε χρώματα σιέλ γκρι κι αποχρώσεις του μπλε. Ήθελα πολύ να τα φωτογραφίσω. Χρόνος, όμως δεν υπήρχε άσε που στη μηχανή δεν έχω έξτρα φλας, οπότε ήξερα από άλλες φορές πως αυτές οι φωτογραφίες πήγαιναν στράφι. ΄Επειτα, εσύ με περίμενες, δεν το ξεχνούσα αυτό. Έπρεπε να είμαι εκεί τουλάχιστον στις 6:30 να προλάβω να σε ταΐσω εγώ κι όχι τα κορίτσια. Τότε γιατί ερχόμουν; Για να πω ότι ήρθα ή για να βγάλω την υποχρέωση; Δεν ξαναείπα λοιπόν πουθενά «σταμάτα» στο γιο σου. Το είπα μόνο μια φορά όμως, παρακάτω, φτάνοντας στον Βόλο, όταν αντίκρισα ένα ωραίο χριστουγεννιάτικο αστέρι πάνω σε έναν μεγάλο πλάτανο.
«Εδώ, άντρα μου, θέλω να σταματήσεις. Μ’ αρέσει πολύ αυτό το αστέρι!»
Για πότε φρέναρε πάνω στη στροφή, για πότε βρεθήκαμε στην άκρη παρκαρισμένοι ούτε που κατάλαβα. Κι αυτός ο πλάτανος πήγε και ξεφύτρωσε χρόνια πολλά τώρα ατελείωτα, δίσεχτα και μη πάνω στη στροφή ακριβώς. Λες και δεν βρήκε μια ανάσα παραπέρα δρόμο να ακμάσει. Νομίζω σ’ εκείνη τη στροφή βρίσκω και φυτεία από αγριοκυκλάμινα. Απ’ ό,τι θυμάμαι από κει είχα ξεριζώσει κάποτε ένα. Αχ! αυτό το κυκλάμινο του βουνού! Μεγάλο εύρημα!!!

Σιγά που θα πήγαινα αλλού. Την ανηφόρα πήρα για να πάω κοντά στον πλάτανο και στο αστέρι. Βρισκόμουν τόσο κοντά σ’ ένα χρυσό αστέρι με μακριά ουρά, σιγά μη δεν πήγαινα.
Ποιος είδε αστέρι να κατεβαίνει στα πλατάνια, να το φτάνει να το πιάσει με τα χέρια και να μην το επιχειρήσει;
-«Εσύ το ’κανες; Άμα ήθελες, όμως, μπορούσες! Στοπ, τζιζ. Μπορεί να πάθεις ηλεκτροπληξία. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει ένα ψεύτικο αστέρι!»
-«Ποιος είδε γλάρο στο βουνό» που λέει και το τραγούδι, κι όμως διαψεύστηκε. Εγώ είδα στα βουνά και στην Ιάσονος. Δε θα παρασυρθώ όμως απ’ τους γλάρους. Αυτοί ξέρουν πόσο τους αγαπώ, γιατί τους φωτογραφίζω και τους ταΐζω σε καθημερινή βάση. Κοντεύουμε να γίνουμε οι γραφικοί ρομαντικοί της παραλίας και της Ιάσονος, αλλά δεν το μαρτυράμε παραπέρα. Μόνο στο Ίντερνετ αναρτούμε τη χαρά μας… Άσε κάποια πράγματα να τα ξέρουν μόνο αυτοί που μας βλέπουν. Μην τα αποκαλύπτουμε κι όλα!»
Να απλώναμε, λέει, τα χέρια μας τις νύχτες, όχι μόνο εγώ, να κατεβάζαμε ένα αστέρι απ’ τον ουρανό! Τι καλά που θα ήτανε! Να το χαϊδεύαμε με λατρεία, στη συνέχεια να το καβαλάγαμε σαν σκούπα μάγισσας που πετάει να μας ανεβάσει ψηλά, να μας ταξιδεύσει στα ωραία κι άπιαστα λημέρια του Θεού, να ατενίζαμε από ψηλά τη γη τη νύχτα!
Τι ωραία που θα ’τανε! Τι καλά!

παρακάτω (Ούτε ξέρω πιο αρχείο πέτυχα!)

Μετά τη στροφή δε σταματήσαμε ξανά. Μόνο εκεί, κυνηγώντας το χρυσό αστέρι. Μετά τρέξαμε πιο πολύ. Είχαν τελειώσει και τα χιόνια, φτάσαμε γρήγορα στην Κλινική. Εκεί μας περίμενε η είδηση. «Στη στροφή» είχες πει, «θα κατέβαινες», παππού. Το είχαν αποφασίσει στο συμβούλιο. Στο όνειρό σου.
Βλέπουν όνειρα οι παππούδες. Κι η μάνα έβλεπε. Κι εγώ βλέπω και πολύ κακά τελευταία. Τώρα πάντως θα δω την ώρα και θα πάω για τσιγάρο. Να κάνω το κορόιδο. Το θέμα «Γηροκομείο» και τα κορίτσια δεν είναι η ώρα τους. Όταν αρχίσει να μαλακώνει η πέτρα. ΄Η όταν σπάσει. Το Γηροκομείο θα είναι πάντα εκεί άλλωστε, όπως και τα κορίτσια του -οι γλυκές μου οι νοσοκόμες- να βοηθούν όλα τα γερόντια του Βόλου. Είναι ένα θέμα που ούτε ξεχνιέται, ούτε επιτρέπονται διαλείμματα για τσιγάρα.

Υγ. του απόψε
Θεέ μου, τί έγραφα και τί ένιωθα, τότε!
Πατέρα, αν ήξερες πόσο με άλλαξαν αυτά τα τρία χρόνια! Αν ήξερες! Ή, μήπως, ξέρεις;